Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Το νομοσχέδιο οδηγεί πανεπιστήμια και εκπαίδευση στα χέρια ιδιωτών

Του Τάσου Κουράκη, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ
Οι μεταρρυθμίσεις που το Υπουργείο Παιδείας σχεδιάζει για την τριτοβάθμια εκπαίδευση πηγάζουν από τη διαδικασία της Μπολόνια, η οποία έντεκα χρόνια μετά τη θέσπισή της έχει πλήξει καθοριστικά την ακαδημαϊκή παράδοση του ευρωπαϊκού πανεπιστημίου. Πρόκειται για την επιβολή του νεοφιλελεύθερου δόγματος στην ανώτατη παιδεία, όπως έχει ήδη διατυπωθεί στο Μαάστριχ και κωδικοποιήθηκε στη λεγόμενη στρατηγική της Λισσαβόνας. Βέβαια, η κατάλυση της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης, η διάλυση του πανεπιστημίου ως θεσμού που προάγει την επιστήμη και την έρευνα, συνιστώντας κοινωνικό αγαθό, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το φοιτητικό κίνημα έχει ήδη σταματήσει μία φορά την αναθεώρηση του άρθρου 16 του συντάγματος και η κυβέρνηση το γνωρίζει. Γι αυτό ακριβώς επιδίδεται σε μία άνευ προηγουμένου εκστρατεία χειραγώγησης τόσο του φοιτητικού κόσμου όσο και της ευρύτερης κοινής γνώμης για να πετύχει το στόχο της. Για να ανοίξει ο δρόμος στην ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το ελληνικό πανεπιστήμιο πρέπει να απαξιωθεί και να κατασυκοφαντηθεί. Τους τελευταίους μήνες παρακολουθούμε μία πραγματική εκστρατεία δυσφήμισης των Ιδρυμάτων, των διδασκόντων, των ίδιων των φοιτητών και του παιδαγωγικού και επιστημονικού έργου που παράγεται στα ελληνικά ATEI, δηλαδή στα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Παράλληλα, με το πρόσχημα του Μνημονίου, γίνονται πραγματικά αίσχη. Κόβονται οι προϋπολογισμοί, οι υποτροφίες, οι πιστώσεις των συμβασιούχων διδασκόντων, το βοηθητικό σύγγραμμα, σταματούν οι διορισμοί εκλεγμένων μελών ΔΕΠ, παγώνουν οι εξελίξεις, στη λογική 5:1- με αποτέλεσμα σε λίγο τίποτα να μην λειτουργεί. Τότε η Υπουργός, θαυμάζοντας το έργο της, θα πει: πουλήστε το, ιδιωτικοποιείστε το, δώστε το στην αγορά, στους μάνατζερ, στους χορηγούς, στην επιχειρηματικότητα και στην «ανάπτυξη». Πρέπει να αντιδράσουμε συλλογικά σε όλα αυτά, η παιδεία είναι το μέλλον της χώρας και δεν χαρίζεται έτσι εύκολα.
Δεν θα σταθώ εδώ σε όσα τεκμηριωμένα έχουν ήδη ειπωθεί για την αντισυνταγματικότητα του σχεδιαζόμενου νομοσχεδίου. Το κείμενο διαβούλευσης καταθέτει πρωτοφανείς προτάσεις που σε καμία περίπτωση δεν λύνουν τα υπάρχοντα προβλήματα της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα. Θα επιμείνω μόνο στις δυσμενέστατες μεταβολές που προοιωνίζεται  το νομοσχέδιο για τα δικαιώματα των φοιτητών. Η κατάργηση των Τμημάτων και η εισαγωγή σε Σχολές ουσιαστικά καταλύει την θεσμοθετημένη οντότητα της κάθε επιστήμης και συνεπάγεται ευέλικτα «ατομικά» πτυχία, χωρίς όμως -και αυτό είναι το κρίσιμο- επαγγελματικά δικαιώματα. Στο παιχνίδι μπαίνουν και ΙΕΚ και κάθε είδους κολλέγια, τα οποία θα μπορούν να πουλάνε «πιστωτικές» μονάδες που θα εξαργυρώνονται και εντός του πανεπιστημίου. Θα δημιουργηθούν στρατιές επισφαλώς εργαζομένων εργαζόμενων, με γνώσεις που ανταποκρίνονται στη μεταβαλλόμενη ζήτηση της αγοράς, που δεν θα έχουν καμία αξίωση για συλλογικές συμβάσεις, μονιμότητα, αξιοπρεπή μισθό. Άνθρωποι με πτυχία χωρίς αντίκρισμα, καταδικασμένοι σε μία κακώς νοούμενη «δια βίου μάθηση», δηλαδή κατάρτιση, εργαζόμενοι αναλώσιμοι, πενιχρά αμειβόμενοι και χωρίς καμία διαπραγματευτική ισχύ. Το φοιτητικό και εργατικό κίνημα έχει την υποχρέωση να αντιδράσει δυναμικά, γιατί εδώ πρόκειται για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας. Δεν συζητάμε τίποτα λιγότερο.
Και φυσικά η κατάσταση στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι εξίσου δυσοίωνη. Δεν γίνονται παραδόσεις νέων κτιρίων στον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων γιατί δεν υπάρχουν χρήματα. Οι σχολικές επιτροπές έχουν δει τα κονδύλια τους να περικόπτονται, και πολλά σχολεία δεν έχουν να πληρώσουν ούτε για τη θέρμανση. Τα αθλητικά σχολεία κλείνουν, η πρόσθετη διδακτική στήριξη καταργείται. Μεθοδεύονται συγχωνεύσεις σχολείων με μόνο κριτήριο την εξοικονόμηση πόρων, παρά τις μαζικές διαμαρτυρίες μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών. Θα δημιουργηθούν μεγάλες σχολικές μονάδες, απρόσωπες και δυσλειτουργικές, με σαφή κοινωνικά και παιδαγωγικά προβλήματα. Στα σχολεία-τέρατα που ετοιμάζει το υπουργείο δεν θα υπάρχει η επικοινωνία παιδιών-εκπαιδευτικών όπως την ξέρουμε σήμερα, θα ενισχυθεί η μαθητική διαρροή, θα ενταθούν τα προβλήματα βίας, θα χαθούν θέσεις εργασίας και θα ευνοηθεί η εσωτερική μετανάστευση με δυσμενή αποτελέσματα για την ήδη χειμαζόμενη ελληνική ύπαιθρο. Παράλληλα, βλέπουμε να παραδίδονται στον ιδιωτικό τομέα και στους επιχειρηματίες βασικές εκπαιδευτικές λειτουργίες και παροχές, π.χ. με την κατάργηση του Οργανικού Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων. Όταν θα τελειώσουν τα κονδύλια του ΕΣΠΑ ποιος θα πληρώσει για το σχολικό βιβλίο, αν όχι οι ίδιοι οι γονείς;
Με όλα αυτά είναι το λιγότερο φαιδρό να μιλάει η Υπουργός για «νέο σχολείο», με «πρωταγωνιστή το μαθητή», για «καινοτομία, έρευνα και ανάπτυξη». Ακόμη και να μπει κανείς στη νεοφιλελεύθερη λογική της κ. Διαμαντοπούλου, θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Πως θα ανταποκριθούν οι υπερχρεωμένοι και υποχρηματοδοτούμενοι δήμοι στις αυξημένες σχολικές αρμοδιότητες; Ποια «αγορά» και ποιος «επιχειρηματίας» θα επενδύσει στο ελληνικό πανεπιστήμιο, τη στιγμή που η οικονομία βυθίζεται στη βαθύτερη ύφεση; Και με ποιο αντίτιμο; Θέλουμε επιστημονική έρευνα με χορηγό τις εταιρίες τηλεπικοινωνιών, τις τράπεζες και τις φαρμακευτικές εταιρίες; Θέλουμε το μαρασμό των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών; Ή τελικά θέλουμε πανεπιστήμιο με δίδακτρα; Τι νόημα μπορεί να έχουν οι νέες τεχνολογίες αν δεν διασφαλίζεται η παιδαγωγική τους αξία, αν δηλαδή δεν εντάσσονται οργανικά στις σύγχρονες παιδαγωγικές και επιστημονικές ανάγκες; Τι νόημα έχει η δια βίου εκπαίδευση, αν δεν ικανοποιεί την ανάγκη του ανθρώπου για πλουτισμό και εμβάθυνση των γνώσεών του, αλλά αποσκοπεί σε ένα σύνολο δεξιοτήτων και επιφανειακής κατάρτισης που θεραπεύει τις διαρκώς μεταβαλλόμενες ανάγκες της αγοράς, δημιουργώντας αναλώσιμο εργατικό δυναμικό χωρίς δικαιώματα και προοπτική; Η επένδυση στην παιδεία και στην έρευνα αποτελεί μία βασική προϋπόθεση για μία βιώσιμη λύση στην κρίση που μαστίζει τη χώρα, αλλά η σύνδεση του εκπαιδευτικού συστήματος με τη ζητούμενη ανάπτυξη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με τους σημερινούς πενιχρούς προϋπολογισμούς και τις γενικευμένες περικοπές. Χρειάζεται ένας μακροπρόθεσμος προγραμματισμός, μέσω της συστηματικής, γενναιόδωρης και μακροχρόνιας κρατικής επένδυσης στο ανθρώπινο δυναμικό και στις υποδομές της παιδείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου